Η παροιμία είναι ευρέως γνωστή όπως και η ερμηνεία της. Το ρεζουμέ είναι πως δεν μπορείς να απαιτείς από κάποιον κακοπληρωμένο να εργαστεί σωστά. Σοφό και ξεκάθαρο το νόημα…
Από τη στιγμή που αφορά σε εργαζόμενους οι ποδοσφαιριστές δεν αποτελούν εξαίρεση, καθότι επαγγελματίες που αμοίβονται και μάλιστα αδρά για να παίζουν μπάλα.
Κάθε ομάδα κάνει τα… κουμάντα της ανάλογα με τους στόχους και το βαλάντιο που διαθέτει για να στελεχώσει το ρόστερ της με κύριο μέλημα να τους επιτύχει.
Δικαιολογημένα, λοιπόν, έχει απαιτήσεις από τους παίκτες με κυριότερη την ανταπόκριση στις προσδοκίες του εργοδότη τους. Να τιμούν, δηλαδή, το ψωμί ή το… χαβιάρι που τρώνε.
Εννοείται πως κάθε ποδοσφαιριστής απαιτεί να πληρώνεται κανονικά και με τον νόμο, βάσει συμβολαίου, κυρίως από τη στιγμή που κάνει σωστά τη δουλειά του.
Ως επαγγελματίες οι ποδοσφαιριστές αυτό θέλουν και συνήθως δεν μπαίνουν στη διαδικασία να ασχοληθούν με τα όποια προβλήματα αντιμετωπίζει η ομάδα που τους εργοδοτεί.
Και καλά κάνουν, μεταξύ μας, αφού οι υποχρεώσεις σε οποιαδήποτε ομάδα δεν είναι μονόπλευρες, αλλά αμφίδρομες μεταξύ Διοικήσεων και ποδοσφαιριστών.
Το φαινόμενο να μένουν απλήρωτοι ποδοσφαιριστές δεν είναι τωρινό στο κυπριακό ποδόσφαιρο. Συνέβαινε, συμβαίνει και θα συμβαίνει λόγω του ότι δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν η παροιμία του τίτλου.
Με «κακούς της παρέας» όχι τους παίκτες, αλλά εκείνους που δεν είναι εντάξει στις υποχρεώσεις τους, για να βάλουμε τα πράγματα σε τάξη…
Άσχημος
